“Ο Ακύλας και ο Καποδίστριας”

4 Min Read

Η μεγάλη νίκη του Ακύλα στον ελληνικό διαγωνισμό για την Eurovision και η μεγάλη εισπρακτική επιτυχία της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή για τον Καποδίστρια μοιάζουν εκ πρώτης όψεως να μην έχουν απολύτως κανένα κοινό.

Ούτε στο είδος της τέχνης, ούτε στο κοινό στο οποίο απευθύνονται – είμαι βέβαιος πως μέσα σε τόσες εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ασχολήθηκαν με το τραγούδι και την ταινία θα υπάρχουν και φανατικοί του Καποδίστρια που γούσταραν τον Ακύλα, αλλά μοιάζει δύσκολο αυτοί να είναι πολυάριθμοι.

Αυτό που ενώνει τις δύο αυτές μεγάλες επιτυχίες των δημιουργών τους είναι κάτι άλλο, το οποίο νομίζω πως φαίνεται από την «υπερασπιστική γραμμή» των οπαδών τους όταν αντιμετωπίζουν την κριτική των διαφωνούντων.

Οι φανατικοί του Ακύλα όταν ακούνε ότι το τραγούδι είναι μετριότατο σε κάθε επίπεδο τονίζουν το πόσο συμπαθητικό παιδί είναι ο τραγουδιστής (και έχουν απόλυτο δίκιο, είναι πολύ συμπαθητικός), το πόσο έχει ταλαιπωρηθεί στη ζωή του για να τα καταφέρει, το ότι έχει δεχθεί bullying, το ότι έχει τόσο ζεστή σχέση με τη μητέρα του που τον στηρίζει, το ότι το τραγούδι ταιριάζει στο στιλ τραγουδιών της Eurovision. Και πιστεύουν πως όσοι το κρίνουν αρνητικά είναι ξινοί και δήθεν τύποι, πιθανόν δεξιοί ρατσιστές που δεν θέλουν να αγκαλιάσουν ένα νέο παιδί με όνειρα.

Οι φανατικοί της ταινίας του Σμαραγδή όταν ακούνε ότι η ταινία πάσχει σε αισθητική, βάθος των χαρακτήρων και ιστορική ακρίβεια αντιτείνουν ότι η ταινία βγάζει μια μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα, δείχνει πόσα εμπόδια μας βάζουν οι ξένοι που πάντα θέλουν να κάνουν κουμάντο στον τόπο μας και οι κοτζαμπάσηδες του τότε και του τώρα. Και πιστεύουν πως όσοι την κρίνουν αρνητικά είναι ξινοί και δήθεν τύποι, πιθανόν αριστεροί ψευτοδιανοούμενοι που δεν αγαπάνε την Ελλάδα και την Ορθοδοξία.

Με λίγα λόγια, τόσο οι φανατικοί οπαδοί του Ακύλα όσο και οι φανατικοί οπαδοί της ταινίας για τον Καποδίστρια αγαπούν τις συγκεκριμένες δημιουργίες όχι τόσο για το καλλιτεχνικό τους διαμέτρημα αλλά για όσα δικά τους συναισθήματα νιώθουν ότι προβάλλονται μέσα από αυτές. Οι μεν φαν του Ακύλα, στην πλειοψηφία τους νεότεροι, νιώθουν αλληλεγγύη με κάποιον που όπως και οι ίδιοι προσπαθεί να πετύχει τα όνειρά του βρίσκοντας τρομερά εμπόδια. Οι φαν της ταινίας για τον Καποδίστρια, στην πλειοψηφία τους μεγαλύτεροι και απογοητευμένοι από όσα έχουν ζήσει από τους Έλληνες πολιτικούς, νιώθουν αλληλεγγύη με την εικόνα ενός κυβερνήτη που θέλησε να φτιάξει «την Ελλάδα που ποθούσε» δίνοντας και τη ζωή του γι’ αυτό το στόχο, επειδή κι εκείνοι ποθούν μια διαφορετική Ελλάδα.

Υπερασπίζονται δηλαδή όλοι τους το πόσο ταιριάζει το τραγούδι/η ταινία με όσα εκείνοι νιώθουν. Και αυτό δεν είναι καθόλου μικρό επίτευγμα του τραγουδιού και της ταινίας – απλώς δεν έχει να κάνει με την ποιότητα του καλλιτεχνικού έργου, όπως π.χ. το να κλαις με μια ρομαντική κωμωδία ή ένα ερωτικό τραγούδι όταν είσαι ερωτευμένος δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η ρομαντική κωμωδία ή το τραγούδι είναι σπουδαία.

Πολυχρόνης Κουτσάκης
Καθηγητής Πανεπιστημίου Περθ
Συγγραφέας

Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *