ΜΙΛΑΜΕ... ΚΡΗΤΙΚΑ
Η κρητική διάλεκτος είναι διάλεκτος της Ελληνικής γλώσσας που ομιλείται κυρίως στην Κρήτη και από την κρητική διασπορά.
Κατά τον ύστερο μεσαίωνα η διάλεκτος του νησιού εξελίχθηκε σε λόγια γλώσσα, και εκφράστηκε μέσα από την ποίηση του Κορνάρου, του Χορτάτση, και άλλων, καθώς και από το κρητικό θέατρο και τα λαϊκά τετράστιχα -μαντινάδες- των οποίων η θεματολογία μπορεί να είναι από σκωπτική έως φιλοσοφική. Κατά τον Αντρέ Μιραμπέλ την περίοδο της αναγέννησης στην Κρήτη δημιουργήθηκε μια ιδιωματική κοινή γλώσσα στην οποία η νέα ελληνική κοινή χρωστάει πολλά.
Σήμερα η κρητική διάλεκτος δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση, όπως συχνά συμβαίνει σε μειονοτικές διαλέκτους που δεν διδάσκονται, καθώς σε πολλά μέρη του νησιού αποτελεί τη μόνη προφορική γλώσσα. Η κρητική διάλεκτος ομιλείται εκτός από την Κρήτη, στο χωριό Χαμιντιέ της Συρίας και στα παράλια της Μικράς Ασίας όπου εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι Κρητικοί το 1923.
Από το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2019-2020 η κρητική διάλεκτος διδάσκεται στο παιδαγωγικό τμήμα του πανεπιστημίου Κρήτης.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
- Στην κρητική διάλεκτο οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών μπορούν να μπαίνουν πριν και μετά το ρήμα σχεδόν σε οποιαδήποτε περίπτωση, σε αντίθεση με τη νέα ελληνική και την καθαρεύουσα, παραδείγματα: κατέχω το, ξανοίγω σε, μανίζω ντως, γροικώ ντου, ετά το χτύπα, επαέ τα θέσε κτλ. Το χαρακτηριστικό αυτό ευνοεί τις ομοιοκαταληξίες στους στίχους καθώς επιτρέπει δυο εκδοχές διατηρώντας το ίδιο νόημα. Επίσης η θέση των αντωνυμιών επηρεάζει το ρυθμό και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος των στίχων.
«κι’ α τσ’ άκουσες και ξέυρης τση, πολλά παρακαλώ σε,
γή θάνατο πρικότατο, γή άλλη βουλή μου δώσε.»— Ερωφίλη (Β 31,32) - Στο Γ πρόσωπο της γενικής του πληθυντικού έχουμε τον δωρικό τύπο τως και για τα τρία γένη, αντί του τους της δημοτικής: πες τως, πέψε ντως, τως έπεψα κτλ.
«πληθαίνει τως την όρεξη, και δύναμη τως δίδει·»
— Ερωτόκριτος (Α 531) - Ο τύπος τως χρησιμοποιείται επίσης και ως κτητική αντωνυμία στο Γ΄ πρόσωπο του πληθυντικού και για τα τρία γένη: τα πράματα ντως, οι άθρωποι ντως, ο εδικός τως κτλ.
«Πολύ σκοτίδι ήτονε, και μόνο τω’ σπαθιώ’ ντως
τη λαμπυράδα εβλέπαμε, κι όχι το πρόσωπό ντως.»— Ερωτόκριτος (Α 605, 606) - Η χρήση της αρχαίας πρόθεσης εις είναι χαρακτηριστική στην κρητική διάλεκτο,
«που εις καλοσύνη κ’ εις αντρειά ποθές δεν έχει ταίρι.»
— Ερωτόκριτος (Β 1700) - Η πρόθεση εις χρησιμοποιείται επίσης μαζί με τα οριστικά άρθρα, έτσι αντί για τους τύπους (στου, στης, στον, στη(ν), στο, στων, στους, στις) της δημοτικής, έχουμε τους παλαιούς (εις του, εις τση, εις τον, εις τη(ν), εις το, εις των, εις τσι)
«και κάνει αρχή εις την κορφή και τέλος εις τον πάτο.»
— Ερωτόκριτος (Α 1560) - Ο αόριστος των ρημάτων καταλήγει με τον δωριζμό –ξα αντί του -σα της νέας ελληνικής και της καθαρεύουσας, για παράδειγμα: εζύγωξα, εστέγνωξα, εστέργιωξα.
«Μα εβούηθησε το Ριζικό, τ’ ’στρη μ’ ελυπηθήκαν,
κ’ εσκότωξα, κ’ εζύγωξα, κι αλάβωτο μ’ αφήκαν.»— Ερωτόκριτος (Ε 890) - Πολύ συχνά στην κρητική διάλεκτο η παρελθοντική αύξηση του αορίστου και του παρατατικού διαμορφώνεται με ή- εκεί που στη δημοτική και άλλες τοπικές διαλέκτους διαμορφώνεται με ε-. Στον Ερωτόκριτο υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα: ήλεγε, ήβρεχε, ήβραζε, ήσφαλε, ήσφιξε, ήβανε, ήσυρε, ήβγαλε, ήκλαιγε, ήμελλε, ήκαμε, ήτρεξε, ήδωκε κτλ. Χαρακτηριστικό κυρίως της διαλέκτου της ανατολικής Κρήτης. Επίσης το ή- συχνά αντικαθιστά το αρχικό φωνήεν α-: ήφηκα, ήρχιξα, ήκουσα κτλ. Σπανιότερα το αρχικό φωνήεν α- αντικαθίσταται με ε-, για παράδειγμα: εγόρασα.
«Κι οληνυκτίς που τραγουδεί, τόσα πολλά ήρεσέ τση»
— Ερωτόκριτος (Α 423) - Ενώ όταν η αύξηση δεν τονίζεται, τότε στην κρητική διάλεκτο προστίθεται το φωνήεν ε-: εκάτεχα, εθώρουνα, επόδωκα, εγιάγυρα, εμόλαρα. Εξαίρεση αποτελεί το ρήμα ηύρηκα που διαμορφώνεται και με ή- άλλα και με ε- ευρήκα.
« Με τη ζωή σου είχα ζωή, και με το φως σου εθώρου’»
— Ερωτόκριτος (Ε 985) - Η κρητική διάλεκτος όντας φυσικά διαμορφωμένη, δεν επιτρέπει χασμωδίες, για παράδειγμα: τρώγω αντί του τρώω, λέγω αντί του λέω, κρυγιώνω αντί του κρυώνω, ρυγιάκι αντί του ρυάκι, χωργιά αντί του χωριά κτλ. Σε κάποιες περιπτώσεις αντί να προστίθεται σύμφωνο, η χασμωδία αποφεύγεται απαλείφοντας ένα φωνήεν, για παράδειγμα: βαρά αντί του βαριά, μερά αντί του μεριά. γρά αντί του γριά.
- Σε αντίθεση με τη νέα ελληνική, στα κρητικά παίρνουν τελικό ”νι” άρθρα αντωνυμίες και επιρρήματα μόνο όταν η λέξη που ακολουθεί αρχίζει από φωνήεν, ανεξάρτητα από το γένος και το είδους της. Για παράδειγμα Πληθυντικός: των ανθρώπω, τω χωργιώ. Όταν ακολουθεί αρσενικό: το δάσκαλο, τον αδερφό. Άκλιτα: δε θέλω, δεν αλλάζω, μη γροικάς, μην αλαργεύεις. Το επίρρημα-σύνδεσμος ωσάν: ωσά ντο ρίφι, ωσαν αροδαμός.
ΨΑΞΤΕ ΚΑΙ ΒΡΕΙΤΕ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΛΕΞΗΣ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΤΕ… ΕΔΩ
Ορισμένες από τις λέξεις στην κρητική διάλεκτο σύμφωνα με το wikipedia
Μεγάλο μέρος του λεξιλογίου της κρητικής διαλέκτου είναι κοινό με τη δημοτική – νέα ελληνική. Οι παρακάτω είναι λέξεις της καθημερινότητας όπου ομιλείται η κρητική διάλεκτος, ενδεχομένως κάποιες από τις οποίες να υπάρχουν και σε άλλες ελληνικές διαλέκτους. Στη στήλη ‘προέλευση’ αναφέρονται ενδεικτικά κάποιες ρίζες των λέξεων και όχι η πορεία και η εξέλιξη τους.
| Κρητικά | ΜΤΛ | Προέλευση | Νεα Ελληνικά |
|---|---|---|---|
| θωρώ | ρήμα | αρχαία θεωρῶ | βλέπω |
| ξανοίγω | ρήμα | αρχαία ἐξανοίγω | κοιτάω με προσοχή, ατενίζω |
| βλέπω | ρήμα | αρχαία βλέπω | προσέχω, έχω το νου μου |
| τίνος | αντων | αρχαία τίνος | ποιου (μονο γενική) |
| επά, επαέ | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | εδώ |
| ετά | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | εκεί, στο σημείο που βρίσκεσαι |
| εκειέ | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | εκεί, σε σημείο διαφορετικό από το σημείο που βρίσκεσαι |
| εκειά | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | εκεί (γενικά) |
| γιάε | ρήμα | μεσαιωνική Κρητική | κοιτά εδώ, προσεξε (μονο προστακτική) |
| ιδέ | ρήμα | αρχαία ἰδέ προστ. του ὁράω | κοίτα |
| γρικώ | ρήμα | μεσαιωνική Κρητική | ακούω |
| κατέχω | ρήμα | αρχαία κατέχω | ξέρω |
| πέμπω | ρήμα | αρχαία πέμπω | στέλνω |
| σφάλλω | ρήμα | αρχαία σφάλλω | κάνω λάθος |
| σαλεύω | ρήμα | αρχαία σαλεύω | κινούμαι |
| ποδίδω | ρήμα | αρχαία ἀποδίδωμι | καταντώ (παραδίδω) |
| μπώθω | ρήμα | αρχαία ἀπωθῶ | σπρώχνω |
| αμανίτης | ουσια | αρχαία ἀμανίτης | μανιτάρι |
| πρίνος | ουσια | αρχαία πρῖνος | πουρνάρι |
| αρισμαρί | ουσια | Λατινική rosmarinus | δενδρολίβανο |
| αροδαμός | ουσια | αρχαία οροδαμνός | νέος βλαστός |
| χοχλιός | ουσια | αρχαία κοχλίας | σαλιγκάρι |
| όρνιθα | ουσια | αρχαία ὄρνις | κότα |
| αίγα | ουσια | αρχαία αἶγα | κατσίκα |
| ρίφι | ουσια | αρχαία ἐρίφιον | νεαρή κατσίκα |
| όφις | ουσια | αρχαία ὄφις | φίδι |
| κάτης | ουσια | Λατινική cattus | γάτα |
| ίντα | αντων | μεσαιωνική Κρητική | τί |
| γιάιντα | σύνδε | μεσαιωνική Κρητική | γιατί |
| μανίζω | ρήμα | αρχαία αόρ. ἐμάνησαν του μαίνομαι | θυμώνω |
| αμάχη | ουσια | μεσαιωνική Κρητική | έχθρα |
| ήτονε, ήτο | ρήμα | μεσαιωνικό ἦτο | ήταν |
| όντε | σύνδε | Μυκηναϊκή ὅτε | όταν |
| ωσά, ωσάν | σύνδε | αρχαία ὡς ἄν | σαν |
| είς | άρθρο | αρχαία εἷς | ένας |
| μιλιούνια | ουσια | Λατινική milia | χιλιάδες |
| κουτέντα | ουσια | μεσαιωνική Κρητική | κολακείες |
| συβάζω | ρήμα | αρχαία συμβιβάζω | πείθω, φέρνω σε συμβιβασμό |
| αμνόγω | ρήμα | αρχαία ὀμνύω | ορκίζομαι |
| αθιβολώ | ρήμα | μεσαιωνική Κρητική | κουβεντιάζω |
| ανιστορούμαι | ρήμα | αρχαία ἱστορῶ | θυμούμαι, διηγούμαι |
| σαφί | επίρρ | Τουρκική safi | μόνο, διαρκώς, πάντοτε |
| μπελί | επίθε | Τουρκική belli | προφανές, φανερό |
| σκιάς | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | τουλάχιστον |
| απής | σύνδε | μεσαιωνική Κρητική | αφού, μετά |
| μήδε | σύνδε | Δωρική μήδε | ούτε |
| ούδε | σύνδε | Δωρική οὐδὲ | ούτε |
| ξά, έξα | ουσια | αρχαία ἐξουσία | δικαίωμα, ευθύνη |
| βεντέμα | ουσια | Ενετική vendemma | μεγάλη σοδειά |
| μαντινιάδα | ουσια | Ενετική mantinada | έμμετρο τετράστιχο |
| εδά | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | τώρα |
| ντελόγο | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | αμέσως |
| ντρέτα | επίρρ | Λατινική directa | ίσια, ευθεία, μεταφορικά τίμια |
| ταχιά | επίρρ | αρχαία ταχέα | αύριο πρωί |
| οψάργας | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | χθες βράδυ |
| πώδε | επίρρ | αρχαία ὧδε < ὡς + δέ | προς τα εδώ, από αυτή τη μεριά |
| πολλὰ | επίρρ | Δωρική πολλὰ | πολύ |
| σιμά | επίρρ | αρχαία σιμός | κοντά |
| αλάργo | επίρρ | Λατινική largus | μακριά |
| ποθές | επίρρ | μεσαιωνική Κρητική | πουθενά |
| δροσά | αντων | μεσαιωνική Κρητική | τίποτα |
| θέτω | ρήμα | αρχαία τίθημι | ξαπλώνω, βάζω, ρίχνω |
| κλίνη | ουσια | αρχαία κλίνη | κρεβάτι |
| λέσκα | ουσια | μεσαιωνική Κρητική | χαράδρα |
| χάρακας | ουσια | αρχαία χάραξ | βράχος |
| μαδάρα | ουσια | αρχαία μαδαρός | βουνό χωρίς βλάστηση |
| νέφαλo | ουσια | αρχαία νέφος | σύννεφο |
| μαδώ | ρήμα | αρχαία μαδαρός | αποψιλώνω |
| εργώ | ρήμα | αρχαία ῥιγῶ | κρυώνω |
| κεντώ | ρήμα | μεσαιωνική Κρητική | παίρνω φωτιά, καίω |
| άθος | ουσια | αρχαία αίθος | στάχτη |
| απύρι | ουσια | αρχαία ἄπυρον θεῖον | θειάφι |
| αλισάχνη | ουσια | αρχαία αλός άχνην | κρούστα αλατιού στους θύλακες των βράχων, πολύ αλμυρό |
| δράκα | ουσια | αρχαία δράττομαι | χούφτα, πολύ μικρή ποσότητα |
| παίζω | ρήμα | αρχαία παίω | κτυπώ |
| ξεβγάνω | ρήμα | μεσαιωνική Κρητική | σκοτώνω |
| απολλυμάρι | ουσια | αρχαία απόλλυμι | πτώμα, κουφάρι (προσβλητικό) |
| ξόδι | ουσια | αρχαία ἐξόδιον | κηδεία |
| ξενικός | επίθε | αρχαία ξενικός | ο ξένος, από ξένη γη |
| αλαργινός | επίθε | Λατινική largus | μακρινός |
| αλαργεύω | ρήμα | Λατινική largus | απομακρύνομαι |
| σιμώνω | ρήμα | αρχαία σιμός + ώνω | πλησιάζω, κοντεύω |
| πορίζω | ρήμα | αρχαία πόρος+ίζω | βγαίνω έξω |
| γιαγέρνω | ρήμα | μεσαιωνική Κρητική | επιστρέφω |
| αγλακώ | ρήμα | μεσαιωνική Κρητική | τρέχω |
| μολάρω – έρνω | ρήμα | Ενετική molar | φεύγω |
| μολαριτός | μετοχ | Ενετική molar | λυμένος (από δεσμά) |
| πάντης | σύνδε | μεσαιωνική Κρητική | μήπως |
| θο, όθε | πρόθε | αρχαία όθεν | προς |
| αμάλαγος | επίθε | αρχαία αμάλακτος | αγνός, άθικτος, ανέπαφος |
| μολεύω | ρήμα | μεσαιωνική Κρητική | ατιμάζω, μολύνω |
| ξεκρίνω | ρήμα | αρχαία ἐκκρίνω < εκ + κρίνω | ξεχωρίζω |
